Πώς φτάσαμε ως εδώ ... Σκέψεις για μια νέα οικονομική πολιτική

“Στις μέρες μας, η ελληνική οικονομία και κοινωνία διέρχεται μια βαθιά κρίση.

Κρίση όχι συγκυριακού χαρακτήρα, όχι περαστική και επιφανειακή, αλλά μια κρίση βαθιού, δομικού μετασχηματισμού.



Το ΑΕΠ μειώνεται, ο παραγωγικός ιστός της χώρας συρρικνώνεται ακατάπαυστα, η ανεργία φουντώνει, η κοινωνική απογοήτευση, η ανασφάλεια και η έλλειψη θετικών προοπτικών διαβρώνει δραστικά τα περιορισμένα αποθέματα της αισιοδοξίας μας.

Και αυτός ο φαύλος κύκλος δείχνει να βαθαίνει σχεδόν ανεμπόδιστα.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως

• Η παρούσα κρίση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας δεν είναι ούτε τυχαία ούτε και πρόσκαιρη.

• Πρόκειται για μια πολυσύνθετη δομική κρίση.

• Συντίθεται, συγχρόνως, από οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές, αξιακές και ηθικές πτυχές και διαστάσεις.

• Κάθε πλευρά αυτής της κρίσης είναι, συγχρόνως, προϊόν και παραγωγός της συνολικής της διαμόρφωσης.

• Και κάθε κεφάλι αυτής της «Λερναίας Ύδρας» επικοινωνεί άμεσα με τις γενεσιουργές αιτίες της.

• Σε αυτό το πλαίσιο, καμία αποσπασματική θεραπεία δεν μπορεί να έχει, πλέον, κανένα περιθώριο επιτυχίας.

Και ας μην κρυβόμαστε, πλέον

• η κρίση που ζούμε δεν «έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό».

Η παρούσα κρίση «καλλιεργήθηκε» και «ωρίμασε» για χρόνια μέσα σ’ ένα πολύπλευρα παθογενές περιβάλλον:

• πολιτικής ανευθυνότητας και μυωπίας,

• ανεπαρκούς παιδείας και προσαρμοστικότητας,

• διάχυτου καιροσκοπισμού και προχειρότητας,

• αδικαιολόγητης προσοδοθηρίας και συντεχνιασμού,

• διαγώνιας φυγοπονίας και μετακύλισης ευθυνών

• και σχεδόν συνολικής ηθικής διάβρωσης, κυβερνώντων και κυβερνωμένων.

Την «προετοιμασία» της κρίσης αυτής όχι μόνο την ανέχτηκε αλλά και την εξέθρεψε συστηματικά η κοινωνία μας.

Δεν μας φταίνε οι άλλοι

Παρότι η κρίση του ελληνικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος συμπίπτει χρονικά με ένα βαθύτερο ρεύμα αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, παρότι τα κέντρα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας δεν έπαψαν, δεν παύουν και δεν θα πάψουν ούτε στιγμή να καιροφυλακτούν και να επωφελούνται, πρέπει να παραδεχτούμε πως οι αιτίες της κρίσης της κοινωνίας μας είναι, κυρίως, εσωτερικής προέλευσης.

Οι βασικότεροι παράγοντες της κοινωνικο-οικονομικής μας παθογένειας είναι και παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, ενδογενείς.

Κυρίως ενδογενείς και εσωτερικά ανατροφοδοτούμενοι.

Οι εσωτερικές αιτίες της κρίσης

Οι βασικότερες εξ αυτών είναι:

• Η επικράτηση μιας επιφανειακής, στρουθοκαμηλικής και άνευρης αντίληψης για τις προκλήσεις που έφερε μαζί της η παγκοσμιοποίηση, ειδικά μετά τη δεκαετία του ’80.

• Η ανεπάρκεια του κατεστημένου πολιτικού μας συστήματος, στο σύνολό του, στο να αντιληφθεί τη νέα αναδυόμενη πραγματικότητα και να αναλάβει το πολιτικό κόστος των αναγκαίων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και τομών.

• Η κραυγάζουσα αναχρονιστικότητα της δομής και της λειτουργίας του υπερμεγέθους κρατικού τομέα μας.

• Η διαρθρωτική αδυναμία του παραγωγικού μας συστήματος (συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεών μας) στο να εκσυγχρονιστεί με γρήγορο ρυθμό, ώστε να προασπίσει την ανταγωνιστικότητά του και να ενισχύσει την εξωστρέφειά του.

• Και εντέλει, η διάχυση και αναπαραγωγή ενός πνεύματος «κατανάλωσης του αύριο», ευκολίας και ωχαδερφισμού, προχειρότητας και βολέματος, όπως και απάθειας και «μοιρολατρίας», διαστρωματικά κι απ’ άκρη σε άκρη, μέσα στην κοινωνία μας.

Αυτοκριτική και αναπροσανατολισμός

Φυσικά και δεν φταίμε όλοι, στον ίδιο βαθμό, γι’ αυτή την κατάσταση.

Στην πραγματικότητα, όμως, ελάχιστοι (και πολίτες και πολιτικοί) βρήκαν το κουράγιο και την αντοχή να σταθούν ενάντια στο ρεύμα που προετοίμασε αυτή την κρίση, τόσα χρόνια.

Στην πράξη, κανένας πολίτης και πολιτικός δεν απαλλάσσεται σήμερα από τη βαθιά αυτοκριτική που οφείλει να κάνει.

Οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιλογές μας –οι πράξεις όπως και οι παραλείψεις μας– που μας έφεραν έως εδώ πρέπει επιτέλους να γίνουν αντιληπτές και να καταπολεμηθούν.

Χωρίς συνειδητοποίηση των πραγματικών αιτιών καμία ουσιώδης αλλαγή, και κατ’ επέκταση ουδεμία βιώσιμη έξοδος από την κρίση, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Οι διέξοδοι προς μια νέα τροχιά
διατηρήσιμης κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης

Η κρίση αυτή δεν είναι το τέλος.

Αντίθετα, υπό συνθήκες, η παρούσα κρίση ανοίγει για την οικονομία και, ευρύτερα, την κοινωνία μας μια νέα εποχή γεμάτη προκλήσεις

Κανείς, σε αυτό το σημείο, δεν μπορεί με ευκολία να προεξοφλεί μια θετική έκβαση, μα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε ευνοϊκής δυνατότητας.

Το διακύβευμα είναι εξελικτικά ανοικτό και τίποτα δεν είναι τετελεσμένο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία σήμερα.

Η ευθύνη μας είναι να προσπαθήσουμε ώστε η αναγκαία διαρθρωτική μετάβαση να ανοίξει –όσο το δυνατόν γρηγορότερα, όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα– νέους δρόμους διατηρήσιμης ανάπτυξης, με περισσότερες ευκαιρίες δημιουργικής ζωής και με περισσότερες επιλογές ευημερίας για όλους.

Έχουμε δυνατά σημεία που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε.

Η χώρα μας είναι, όντως, προικισμένη από πολλές απόψεις.

Ίσως από τόσο πολλές, ώστε πολλοί από εμάς κατάφεραν και συντήρησαν την ψευδαίσθηση πως: «Εμείς δεν χρειάζεται να νοιαστούμε για τίποτα».

Αυτό, όμως, κατέληξε σε ένα τεράστιο σφάλμα: σε έναν ολέθριο καθησυχασμό και επανάπαυση την οποία σήμερα πληρώνουμε αδρά ως κοινωνία.

Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας μας, δε, δεν είναι ούτε στατικά ούτε άφθαρτα.

Πολλά εξ αυτών, μάλιστα, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποβαθμισθεί, έχουν συστηματικά παραμεληθεί ή έχουν ολοκληρωτικά αποσαθρωθεί.

Το κυριότερο, ίσως, πρόβλημα της κοινωνίας μας δεν είναι τόσο «ο λάκκος της ύφεσης μέσα στον οποίο έχουμε περιπέσει» αλλά το ότι για χρόνια έχουμε αγνοήσει, καταπιέσει, κακομεταχειρισθεί και αποδυναμώσει όλες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου μας

• τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να τον βγάλουν απ’ αυτή την πολυπλόκαμη κρίση.

Οφείλουμε να επαναδημιουργήσουμε, να ενισχύσουμε συστηματικά και να αναδείξουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα

Ο όμορφος ήλιος και η γαλάζια θάλασσά μας δεν αρκούν.

• Χρειάζεται ένας νέος τρόπος αντίληψης, διαχείρισης, προστασίας και αξιοποίησης του φυσικού περιβάλλοντος της πατρίδας μας.

Η πολιτισμική κληρονομιά και ο παραδοσιακός πνευματικός πλούτος της πατρίδας μας δεν αρκούν.

• Πρέπει να ανοίξουμε, επιτέλους, και νέους δρόμους για τη σύγχρονη πνευματική, επιστημονική και καλλιτεχνική δημιουργία στον τόπο μας, να ανανεώσουμε τους θεσμούς της παιδείας και του πολιτισμού μας, καθιστώντας τους δυναμικούς και εξωστρεφείς.

Η επίκληση του «ελληνικού δαιμονίου» δεν αρκεί.

• Οφείλουμε να δώσουμε στον σύγχρονο πολίτη βιώσιμη πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία γνωστικά και επαγγελματικά μέσα, ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί και να ευημερήσει μέσα στην όλο και πιο γρήγορα εξελισσόμενη, όλο και πιο απαιτητική, παγκόσμια κοινωνία.

Ο βασικότερος πλούτος μας είναι ο υπεύθυνος, εργατικός και καλλιεργημένος πολίτης

• Ο υπεύθυνος και εργατικός εργαζόμενος.

• Ο καταρτισμένος και καινοτόμος επιχειρηματίας.

• Ο δημιουργικός επιστήμονας και ερευνητής.

• Ο διψασμένος για γνώση φοιτητής και σπουδαστής.

• Ο ανοιχτόμυαλος δάσκαλος.

• Ο εξωστρεφής και ανταγωνιστικός παραγωγός.

• Ο συνεπής φορολογούμενος.

Όλοι όσοι τόσα χρόνια βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μέσα σε μια κοινωνία ψευτοπροοδευτική, ευθυνόφοβη, εσωστρεφή, επιπόλαιη και αναξιοκρατική.

Όλοι όσοι ζητούν, επιτέλους, την αναγκαία ελευθερία για να χτίσουν, με την αξία και την εργασία τους, ένα καλύτερο μέλλον, με δυναμισμό μέσα στη σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία.

Αναζητώντας ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο

Βιώνοντας άμεσα την κρίση γίνεται, πλέον, σαφές πως τόσο το ζήτημα της κρίσης –όσο κι αυτό της ανάπτυξης– πρέπει πάντοτε να γίνεται αντιληπτό σε δυναμικά συνδυαστικούς όρους.

Συγχρόνως, και σε κοινωνικούς και σε οικονομικούς όρους.

Γίνεται, επίσης, σαφές πως ο «οικονομικός κινητήρας» της χώρας πρέπει να περιβάλλεται από «μηχανισμούς κοινωνικής άμυνας και προστασίας», για να μπορεί να αντέχει στους κραδασμούς των διεθνών αγορών.

Και πως αυτή η αναγκαία κοινωνική ευαισθησία ποτέ δεν είναι «δωρεάν»

• απαιτεί πόρους, προϋποθέτει ισχυρή οικονομία.

Εδώ ακριβώς, το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεών μας δεν μπορεί να διατηρεί δευτερεύοντα αναλυτικό ρόλο, όπως πολλοί συνεχίζουν να βαυκαλίζονται.

Το αναποτελεσματικό ελληνικό κράτος

Ο κρατικός μηχανισμός της πατρίδας μας είναι, όντως, υπερδιογκωμένος, αναχρονιστικός και σπάταλος.

Η προσπάθεια αναδιοργάνωσης και εξορθολογισμού του αποτελεί κεντρικό σημείο στη χάραξη ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης για την κοινωνία μας.

Για την αναδιάρθρωσή του, όμως, η λογική της «οριζόντιας συρρίκνωσης χωρίς διακρίσεις» εκτός από αναποτελεσματική είναι και επικίνδυνη.

Απαιτούνται άμεσα εστιασμένες μελέτες και συγκεκριμένη αποτίμηση της επιμέρους αποτελεσματικότητας-αναποτελεσματικότητάς του.

Η περικοπή του μεγέθους του οφείλει να εστιαστεί, καταρχήν, στις τεράστιες πηγές κακοδιαχείρισης και διαφθοράς.

Αναθεώρηση του καταναλωτικού προτύπου
και παραγωγικός αναπροσανατολισμός

Αποδεικνύεται, επίσης, με οδυνηρό τρόπο στις μέρες μας, πως η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί (δεν θα μπορούσε, επί μακρόν, έτσι ή αλλιώς) να συνεχίζει να επιβιώνει ισορροπημένα, από τη μια, υιοθετώντας με επιταχυνόμενους ρυθμούς τα υψηλά καταναλωτικά πρότυπα της «αναπτυγμένης Δύσης» συνεχίζοντας, όμως, σε μεγάλο βαθμό να παράγει με την παραδοσιακή «ανατολίτικη», εσωστρεφή και κρατικοδίαιτη λογική της.

Η βραχύπνοη καταναλωτική ευμάρεια που επέτρεψε ο υπερβολικός διεθνής δανεισμός της χώρας μας, βρίσκεται στην προμετωπίδα της παρούσας κρίσης.

Από εδώ και πέρα, πρέπει να γίνει απολύτως συνειδητό στην κοινωνία μας πως η εποχή της «δανεικής ραστώνης» έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Στο βαθμό που επιθυμούμε ως κοινωνία να προσβλέπουμε σε μια βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου, παράλληλη μ’ αυτή του σύγχρονου δυτικού κόσμου, είναι απολύτως αναγκαίο να αναδιατάξουμε και να εκσυγχρονίσουμε δραστικά την παραγωγική βάση της κοινωνίας μας.

Οφείλουμε να ενισχύσουμε συστηματικά το υλικό και, κυρίως, το άυλο δυναμικό των επιχειρήσεών μας, με ολοκληρωμένο και συνεκτικό τρόπο, ώστε να αναστρέψουμε, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τη φθίνουσα πορεία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.

Ανταγωνιστικότητα

Πρέπει να γίνει συνειδητό και να υπογραμμισθεί με κάθε τρόπο πως η τόνωση της ανταγωνιστικότητας της πραγματικής οικονομίας μας καθίσταται το κεντρικό ζητούμενο σε μια νέας λογικής οικονομική πολιτική: εδώ βρίσκεται η μοναδική πραγματική πόρτα εξόδου από την πολύπλευρη σημερινή κρίση της πατρίδας μας.

Στην πραγματικότητα, χωρίς επαρκώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη χώρα μας, η έξοδος από την παρούσα κρίση, η παραγωγή νέου πλούτου, η δημιουργία νέων, καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και η δόμηση μιας νέας τροχιάς οικονομικής ανάπτυξης καθίσταται αδύνατη.

Και χωρίς τη σύσταση μιας νέας, δυναμικής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης κάθε ελπίδα για συνολική κοινωνική ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να καταλήξει, για μια ακόμη φορά, σε μια οδυνηρή ψευδαίσθηση.

Ποιότητα και κόστος

Στον πυρήνα της τόνωσης της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού μας ιστού –σε διακλαδικούς όρους– οφείλουμε να τοποθετήσουμε, χωρίς υπεκφυγές, την προσπάθεια αύξησης της ελκυστικότητας του παραγόμενου προϊόντος των επιχειρήσεών μας.

Πρέπει να καταφέρουμε να βελτιώσουμε δραστικά τη σχέση ποιότητας προς τιμή όλων των προϊόντων-υπηρεσιών μας που απευθύνονται τόσο στην εθνική όσο και στη διεθνή αγορά.

Η συμπίεση του κόστους παραγωγής που θα επέτρεπε τη μείωση της τιμής της παραγωγής μας –επιτρέποντας έτσι την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς της– δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως «ο μοναδικός δρόμος διάσωσης».

Αντίθετα, η διάσταση της ποιότητας είναι αυτή που πρέπει να συγκεντρώσει, πλέον, το κύριο ενδιαφέρον μας.

Άντληση, δημιουργία και διάχυση γνώσης

Η αναβάθμιση της ποιότητας και η συγκράτηση των τιμών της εθνικής μας παραγωγής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στη βάση των συνηθισμένων δημαγωγικών πυροτεχνημάτων εκ μέρους των «πεφωτισμένων ηγεσιών» μας.

Δεν πρόκειται για ένα απλό ζήτημα «φιλοτιμίας» ή περαιτέρω «σφιξίματος του ζωναριού»

• η συγκεκριμένη προβληματική της υστέρησης της ανταγωνιστικότητάς μας περιέχει συγκεκριμένο διαρθρωτικό και ιστορικό προσδιορισμό και δυναμική.

Η έξοδος από την κρίση ανταγωνιστικότητας απαιτεί ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο και πολλαπλές κοινωνικο-οικονομικές τομές.

Στο βάθος, οφείλουμε να κατανοήσουμε ως κοινωνία πως δεν είναι πλέον δυνατόν να επιβιώνουμε αναπαράγοντας ένα κορεσμένο (και διεθνώς ξεπερασμένο) πρότυπο («στρεβλής και ατελούς») καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ένα μη βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης:

• Που εστιάζει μονοδιάστατα στις «ποσότητες» και αγνοεί τις «ποιότητες».

• Που εστιάζει στο «σήμερα» και αδιαφορεί για το «αύριο»

• Που εξαντλείται σε αποσπασματικές λύσεις «ανάσας» και σε «μπαλώματα» και αρνείται οποιαδήποτε συνεκτική προοπτική.

Καλλιέργεια της δημιουργικότητας και της καινοτομίας

Η αναγκαία πορεία για την απελευθέρωση του δημιουργικού δυναμικού της κοινωνίας μας και η ενθάρρυνση της καινοτομικής δράσης του, σε κάθε επίπεδο της ζωής μας, δεν θα είναι εύκολη.

Η μακρόχρονη περίοδος αναξιοκρατίας, βολέματος και «σιωπηλής τιμωρίας της δημιουργικότητας» που επικράτησε στη χώρα μας, εκτός του ότι μας έφερε στη σημερινή κατάσταση της βαθιάς κρίσης, «κατάφερε» εντωμεταξύ κι έκτισε ισχυρά «ιδεολογικά αναχώματα».

Έθεσε σε θέση κυριαρχίας τη νοοτροπία του «καλοπληρωμένου κοπρίτη», αναπαρήγαγε και εξάπλωσε «ιδιαιτέρως αποτελεσματικά» ένα πλήθος κατεστημένων «μικρο-συμφερόντων».

Συμφερόντων που αντιμάχονται και δεν θα πάψουν να αντιμάχονται –άμεσα και έμμεσα– κάθε καινοτομικό ρεύμα στην κοινωνία μας.

Η αντίστροφη της σημερινής τροχιάς απαιτεί πολιτικό θάρρος, επιμονή, υπομονή και συνεκτικό σχεδιασμό.

Εξωστρέφεια και έλκυση επενδύσεων

Παρότι η κρίση «καλπάζει», η κοινωνία μας συνεχίζει να αναλώνεται σε έναν επιφανειακό και ασπόνδυλο τρόπο αντίληψης της τρέχουσας, παγκόσμιας οικονομικής αναδιάρθρωσης καθώς και της μελλοντικής της θέσης μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Μια νέα, εξωστρεφής αντίληψη του «τι κάνουμε» μέσα στο παγκόσμιο εργοτάξιο καθίσταται, πλέον, απολύτως επιβεβλημένη.

Η δυνατότητά μας να διατηρήσουμε και να εξαπλώσουμε τις θέσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών μας στις διεθνείς αγορές, όπως και η ικανότητά μας να ελκύσουμε και να αξιοποιήσουμε στη χώρα μας νέες επενδύσεις από το εξωτερικό, θα προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό το ρυθμό εξόδου της οικονομίας και της κοινωνίας μας από την παρούσα μέγγενη της ύφεσης.

Ελευθερία επιλογών ευημερίας

Οι επιλογές οικονομικής πολιτικής, τόσο αυτές της κυβέρνησης όσο και αυτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης –και παρά τις πιέσεις του «Μνημονίου»– δείχνουν να παραμένουν, στη βαθύτερη λογική τους, «κοκαλωμένες» στο παρελθόν.

Τα μέτρα ουσίας, οι δραστικές θεσμικές τομές και αναδιαρθρώσεις συνεχίζουν να απουσιάζουν.

Τα πλήθος γραφειοκρατικά εμπόδια, οι παράλογοι περιορισμοί της οικονομικής δραστηριότητας, οι κλειστές συντεχνίες, η λογική του «κράτους-νταβατζή», η νοοτροπία του «έξυπνου φοροφυγά» και του βαρύτατα φορολογούμενου συνεπούς πολίτη δεν παύει να αναπαράγεται.

Το βασικότερο συστατικό για την έξοδο από την κρίση μάς δείχνει πως συνεχίζει να απουσιάζει.

Στο βάθος, οι επιλογές του πολίτη, του μορφωμένου και υπεύθυνου πολίτη, στο να μπορεί να χτίσει με ελευθερία την ευημερία του, συνεχίζουν να περιορίζονται βάναυσα.

Αυτό πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει.

Και από εδώ οφείλουμε να ξεκινήσουμε.

Οι βασικοί άξονες μιας νέας οικονομικής πολιτικής

Δημοσιονομική πολιτική: Έσοδα και δαπάνες

Μια νέα οικονομική πολιτική, πραγματικής εξόδου από την κρίση, δεν μπορεί να βασίζεται στην περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση του πολίτη που παράγει.

Αντίθετα, ο κόσμος της επιχείρησης και της εργασίας πρέπει να ελαφρυνθεί δραστικά από τα τεράστια βάρη που σήμερα του φορτώνει η σπάταλη κρατική διαχείριση, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί, με γρήγορο ρυθμό, στο στόχο του δραστικού εκσυγχρονισμού του και της τόνωσης της ανταγωνιστικότητάς του.

Η κύρια εστίαση δεν πρέπει, πλέον, να δίνεται στην αύξηση των φορολογικών εσόδων αλλά στη δραστική μείωση του πλήθους ασυνάρτητων και παράλογων δαπανών του δημόσιου τομέα.

Και στον περιορισμό αυτών των δαπανών η λογική των «οριζόντιων μειώσεων» των μισθών πρέπει, επιτέλους, να δώσει τη θέση της σε καλά στοχευόμενες δράσεις αναδιάρθρωσης του κρατικού μηχανισμού, με τον περιορισμό/συγχώνευση/κατάργηση ενός πλήθους άχρηστων για τον πολίτη επιτροπών, οργανισμών και υπηρεσιών.

Φορολογικός μηχανισμός και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής

Ο υφιστάμενος φορολογικός μηχανισμός του κράτους μας χαρακτηρίζεται από ελάχιστη αποτελεσματικότητα κι αυξανόμενη διαφθορά.
Είναι ψευδαίσθηση να πιστεύει κάποιος πως μπορεί, στη σημερινή του κατάσταση, να καλύψει έναν οποιοδήποτε «απαιτητικό» ρόλο, με επαρκή αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία.

Η «σχεδιασμένη» πολυπλοκότητα του παρόντος δαιδαλώδους φορολογικού καθεστώτος αποτελεί, στην ουσία, μηχανισμό εκβιασμού του συνεπούς φορολογούμενου, ο οποίος, και να θέλει να είναι 100% σωστός, δεν μπορεί.

Ο φορολογικός μηχανισμός στη χώρα μας πρέπει να αναδιαρθρωθεί, άμεσα και ριζικά:

• Να απλουστευτεί στις διαδικασίες του και να αξιοποιήσει, επιτέλους, τη σύγχρονη τεχνολογία.

• Να γίνει διαυγής, σαφής και να στηριχτεί, πλήρως, σε αντικειμενικά κριτήρια.

• Να μειωθεί στο μέγεθός του.

• Να περιοριστούν σε εύρος οι στόχοι του.

Ο κεντρικός στόχος μιας αναδιαρθρωμένης φορολογικής πολιτικής στην πατρίδα μας δεν πρέπει να είναι, πλέον, η καταταλαιπώρηση του μισθωτού και του χαμηλοσυνταξιούχου, αλλά η παροχή ενός απλού και σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος και ο δραστικός περιορισμός της φοροδιαφυγής.

Υψηλοί φορολογικοί συντελεστές σημαίνουν επιπλέον κινητροδότηση στην παρανομία.

Άμεση και έμμεση φορολογία

Η βαριά φορολόγηση ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών στη χώρα μας, συνδυασμένη με τη φορολογική «ασυλία» κάποιων άλλων, πέραν του ότι «επιβραβεύει» την παρανομία, αδυνατίζει προοδευτικά και τη σχετική θέση του νομοταγούς πολίτη, καταναλωτή και παραγωγού.
Η σημαντική ελάφρυνση της φορολογίας σε καθετί που συνδέεται με την παραγωγική διαδικασία και την εργασία θα τονώσει, αυτήν τη δύσκολη εποχή, τις επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση.

Δεδομένης της συνολικής λειτουργικής ανεπάρκειας του φορολογικού μηχανισμού της χώρας μας, ως βέλτιστο μίγμα φορολογίας, σήμερα, προτείνεται μια πολιτική:

• Σημαντικής μείωσης της άμεσης φορολογίας (σε εύρος και σε βάθος).

• Συνοδευόμενη από μια έμφαση στην έμμεση φορολόγηση της πολυτελούς κατανάλωσης (νυκτερινά κέντρα, σκάφη αναψυχής κ.λπ.) και με κύριο ζητούμενο τον δραστικό περιορισμό της φοροδιαφυγής.

Χρηματοπιστωτικό σύστημα

Οι διεθνείς κεφαλαιαγορές δεν πρόκειται να μειώσουν τις έντονες πιέσεις τους πάνω στην εθνική μας οικονομία, τουλάχιστον ως τη στιγμή που θα γίνουν απτά τα πρώτα θετικά δείγματα του αναπτυξιακού αναπροσανατολισμού της.

Έτσι ή αλλιώς, δεν πρέπει να ελπίζουμε σε «μαγικές λύσεις», από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο δρόμος της εξυγίανσης του δημόσιου χρέους και της, συνολικότερης, αναπτυξιακής ανασύνταξης της πατρίδας μας θα είναι μακρύς.

Είναι αναμφίβολα άδικο (και, στο βάθος, ατελέσφορο) να «κοινωνικοποιούνται» οι ζημίες από τη διεθνή χρηματιστική υπερ-κερδοσκοπία και να φορτώνονται άρδην στην πλάτη των παραγωγικών δυνάμεων κάθε κοινωνίας.

Η «δημόσια εξασφάλιση» του «άφρονα παίκτη» επιτείνει τον ηθικό κίνδυνο, αδικεί και εξασθενεί το παραγωγικό δυναμικό της πραγματικής οικονομίας.

Οι πρωτοβουλίες της Ε.Ε. για τη δημιουργία και ενίσχυση ενός ολοκληρωμένου «μηχανισμού στήριξης» ευνοούν την προσπάθεια για τη δομική ανάταξη της ελληνικής οικονομίας.

Ο ρόλος του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα είναι σημαντικότατος στην προσπάθεια ξεπεράσματος της παρούσας κρίσης.

Η παροχή των αναγκαίων δανειοδοτήσεων αποτελεί σημείο-κλειδί στην προσπάθεια του παραγωγικού μας ιστού να επιβιώσει, να εκσυγχρονιστεί με ταχύτητα και να αποκτήσει την αναγκαία εξωστρέφεια.

Ιδιωτικοποιήσεις και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας

Πρέπει να ενθαρρυνθεί η είσοδος ιδιωτών στην ιδιοκτησία και τη διαχείριση όλων των ΔΕΚΟ, με σκοπό κυρίως την αύξηση της αποτελεσματικότητας και τη μείωση της σπατάλης τους: δεν αντέχει, πλέον, η κοινωνία μας να καλύπτει τα ελλείμματα των διάφορων καλοβολεμένων κρατικοδίαιτων συντεχνιών.

Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι «ούτε παράδεισος ούτε κόλαση».

Η επιλογή της ιδιωτικοποίησης οφείλει πάντοτε να θέτει σε πρώτο πλάνο τη μακρόπνοη αναπτυξιακή προοπτική και όχι την ταμειακή εισροή.

Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι ο μετασχηματισμός ενός δημόσιου μονοπωλίου σε ιδιωτικό, αλλά η δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης του ανταγωνισμού και, κατ’ επέκταση, των επιλογών του καταναλωτή/πολίτη.

Συνολικότερα, το ελληνικό Δημόσιο οφείλει, επιτέλους, να καταγράψει ολοκληρωμένα και να διαχειριστεί με συστηματικό αναπτυξιακό πνεύμα την, εν πολλοίς αναξιοποίητη ως σήμερα, περιουσία του: την περιουσία όλων μας.

Ασφαλιστικό σύστημα

Το ασφαλιστικό σύστημα της πατρίδας μας νοσεί, εδώ και δεκαετίες.

Τεράστια ποσά αφαιμάζονται από τον κόσμο της παραγωγής και διασπαθίζονται ασύστολα.

Οι αναγκαίες αναλογιστικές μελέτες «εκκρεμούν» αιωνίως.
Συντάξεις-«μαϊμούδες», ακραία ανοργανωσιά των υπηρεσιών, δαίδαλος αντιφατικών διατάξεων, ειδικών ρυθμίσεων και εξαιρέσεων: ένα ακόμα σπάταλο χάος εις βάρος της κοινωνίας μας.

Η «μαύρη εργασία», κατά τα άλλα, συνεχίζει να τιμωρεί τόσο τον ανασφάλιστο εργαζόμενο όσο και τους νομοταγείς ασφαλισμένους: «κερδισμένος» και πάλι ο παράνομος που διαφεύγει.

Οι τομές σε αυτόν το χώρο πρέπει να είναι ριζικές.

Το ενδεχόμενο κατάργησης των ταμείων, με την παροχή μιας «εθνικής σύνταξης βάσης» για όλους, από τον εθνικό προϋπολογισμό, πιθανώς να αποτελούσε μια λύση (προς μελέτη).

Για το μακρόπνοο ξεπέρασμα της κρίσης χρειάζεται μια ισχυρή, καινοτομική και προσαρμοστική επιχειρηματικότητα

Χωρίς καινοτόμο και προσαρμοστική επιχειρηματικότητα δεν παράγονται κέρδη και εισοδήματα: χωρίς κέρδη και εισοδήματα δεν έχεις φορολογικούς πόρους.

Στο βάθος, η ίδια η έννοια της επιχειρηματικότητας πρέπει επιτέλους να «απενοχοποιηθεί» και να ενισχυθεί στη συλλογική μας συνείδηση και, συγχρόνως, να εκσυγχρονιστεί/μετεξελιχτεί λειτουργικά, στην πράξη, σε όλα τα επίπεδά της: συγχρόνως, σε όρους και στρατηγικής και τεχνολογίας και management.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, χωρίς υπεκφυγές, πως χωρίς βιώσιμη –δηλαδή, κερδοφόρα– επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, πλέον, μακρόπνοη ανάπτυξη, είτε σε τοπικούς είτε σε εθνικούς όρους.

Το ξεπέρασμα της παραγωγικής μας καθυστέρησης

Η επιχειρηματικότητά μας οφείλει να εμπλουτιστεί, να εκσυγχρονιστεί πολύπλευρα, με γρήγορους ρυθμούς και να αποκτήσει ισχυρότερη ενεργητική προσαρμοστικότητα και μεγαλύτερο καινοτομικό βεληνεκές.

Στην πράξη, χρειάζεται να αντληθούν, να δημιουργηθούν και να διαχυθούν στον παραγωγικό ιστό της χώρας μας σύγχρονες παραγωγικές αντιλήψεις, νέες πρακτικές και μέθοδοι

• και αυτό άμεσα και σε όλα τα επίπεδά του.

Και η τυπική μικρομεσαία ελληνική επιχείρηση, ο επονομαζόμενος «κορμός» του παραγωγικού δυναμικού της χώρας μας, πρέπει να εστιάσει, πλέον, με επιμονή στην αφομοίωση νέων, αποτελεσματικότερων διοικητικών μεθοδολογιών, νέων τεχνολογικών δεδομένων και νέων στρατηγικών εργαλείων και κατευθύνσεων.

Νέα γνώση, νέα γνώση και νέα γνώση

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πίσω από την καινοτομική δράση βρίσκεται πάντοτε ο δημιουργικός άνθρωπος, η εμπειρία και η πολύπλευρη κατάρτισή του.

Η καινοτομία όμως, ακόμα περισσότερο σε συνθήκες έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού, δεν είναι ένα εύκολο ζητούμενο• απαιτεί πέρα από το θάρρος και τη διάθεση ανάληψης ρίσκου, ανοικτό πνεύμα και κριτική γνώση, πολλαπλές ικανότητες και πρόσβαση στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.

Η αποτελεσματική καινοτομία απαιτεί, επιπλέον, συστηματική διαχείριση της εσωτερικής και εξωτερικής αλλαγής που προκαλεί.
Και η απαιτούμενη συστηματική διαχείριση της αλλαγής, με τη σειρά της, δεν μπορεί παρά να βασίζεται σε μια συνεχή και διευρυνόμενη παροχή επιστημονικής γνώσης στον κόσμο των επιχειρήσεών μας.

Ενισχύσεις και υποδομές

Οι χρηματοοικονομικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις στις επιχειρήσεις δεν μπορούν να θεωρούνται, πλέον, αποτελεσματικό εργαλείο ανάπτυξης.

Η εποχή του «κράτους-σιτιστή» πρέπει να κλείσει: το σημαντικό καθίσταται, πλέον, να βοηθήσεις τις επιχειρήσεις του τόπου «να μάθουν να σιτίζονται μόνες τους», μέσα στις συνθήκες του έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Η κρατική παρέμβαση, αν θέλει να διεκδικήσει έναν νέο πραγματικά γόνιμο ρόλο στη νέα εποχή που ανατέλλει, οφείλει να βοηθήσει κυρίως προς την κατεύθυνση της διάχυσης της αναγκαίας γνώσης και της πληροφορίας στις επιχειρήσεις μας

• στην παροχή της απόλυτα κρίσιμης στη σημασία της, σύγχρονης και συνεχώς εξελισσόμενης, παραγωγικής γνώσης και τεχνογνωσίας.

Η εποχή μιας «έξυπνης» και ευέλικτης κρατικής παρέμβασης, με κύριο στόχο την άρση των εμποδίων και τη συνεχή γνωστική ενδυνάμωση της οικονομίας και της κοινωνίας μας, πρέπει, επιτέλους, να ξεκινήσει με γρήγορο ρυθμό.

Και υπ’ αυτή την έννοια, η δημιουργία «άυλων υποδομών» αποκτά, πλέον, μεγαλύτερη σημασία έναντι των «υλικών υποδομών».

Κλαδική ανάπτυξη

Οποιαδήποτε προσπάθεια σύστασης και ενεργοποίησης ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου στη χώρα μας απαιτεί τη βαθιά αναδιάρθρωση και τον αναπροσανατολισμό των βασικών κλάδων της οικονομικής δραστηριότητάς μας.

Ιδιαίτερα θετικές προοπτικές ανάπτυξης, αξιοποιώντας και αναδιατάσσοντας τα δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της πατρίδας μας, φαίνεται πως διαθέτουν μια ποικιλία κλάδων:

• Η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία

• Οι εναλλακτικές μορφές παραγωγής ενέργειας και η αειφόρος αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος

• Η μεταποίηση υψηλής προστιθεμένης αξίας

• Ο ποιοτικά επανεστιασμένος τουρισμός

• Η δυναμική ναυτιλία

• Η εξωστρεφής παιδεία.”

[Εισήγηση στην «Οργανωτική Επιτροπή Συνεδρίου – Τομέας Προγραμματικών Κατευθύνσεων
Ομάδα Οικονομίας & Ανάπτυξης»
Δημοκρατική Συμμαχία
Φεβρουάριος 2011
]