Λάθος του ΣΥΡΙΖΑ η λάθος διόρθωση του λάθους

Α. Η λάθος πολιτική 
Επί 7 έτη η χώρα ταλαιπωρείται από μια λάθος προσέγγιση στην προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης που άρχισε να εκδηλώνεται και να αναπτύσσεται ραγδαία από το 2008. 




Ενταγμένη στο πρότυπο μακροοικονομικής πολιτικής της ΕΕ, προσπάθησε να εφαρμόσει αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις υπό καθεστώς πιστωτικών περιορισμών. Τα διψήφια επιτόκια χρηματοδότησης και η ολοένα περιοριζόμενη ρευστότητα εξαιτίας του εγκλωβισμού του (έτσι και αλλιώς), ολιγοπωλιακού τραπεζικού συστήματος, στην απαξία των στοιχείων του ενεργητικού του, την πτώση των τιμών των ελληνικών ομολόγων και τις επισφάλειες, αφαίρεσαν κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, ώστε να ισορροπήσουν σε ένα περιβάλλον περιορισμένης ζήτησης και υψηλής φορολόγησης. Η υφεσιακή δίνη ήταν αναπόφευκτη. 
Β. Η λάθος εφαρμογή 
Την ίδια στιγμή, η «θεραπεία» της δημοσιονομικής προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων ακυρωνόταν από το πελατειακό πολιτικό καθεστώς που με καθυστερήσεις και αλλοιώσεις προσπαθούσε να διατηρήσει αλώβητο το σύστημα αναπαραγωγής του. Ακόμα και όταν στο 7ο χρόνο ήλθε η δημοσιονομική προσαρμογή, ήταν βασισμένη σε κοινωνικά άδικη φορολόγηση και επιλεκτική ανάπτυξη. Οι «μεταρρυθμίσεις» προσαρμόστηκαν στις ανάγκες των γνωστών συντεχνιακών και επιχειρηματικών ειδικών συμφερόντων. Το ελληνικό καπιταλιστικό μόρφωμα της πελατειακής εξυπηρέτησης και των ιεραρχικών επιχειρηματικών διατάξεων γύρω από ισχυρά ολιγοπώλια παρέμεινε ουσιαστικά άθικτο. Η συγκεντροποίηση του τραπεζικού συστήματος ενίσχυσε τις ιεραρχικές δομές και την άδηλη εξουσία των 4 συστημικών τραπεζών.
Γ. Η λάθος διόρθωση 
Το βάρος της προεκλογικής εκστρατείας του ΣΥΡΙΖΑ αφορούσε στη μη βιωσιμότητα του χρέους και την απαίτηση της διαγραφής. Μέσω της μείωσης του χρέους και την μετάθεση πόρων από την εξυπηρέτηση του στη χρηματοδότηση πολιτικών δημοσιονομικής χαλάρωσης, προσέβλεπε στην βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και άρα και στη βελτίωση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων. Στηριζόταν
(α) στη μετατροπή της υπόθεσης της μείωσης του χρέους σε δεδομένο, προδικάζοντας τη θετική ανταπόκριση των δανειστών,
(β) στη θεώρηση ως δεδομένης της υπόθεσης ότι η δημοσιονομική ελάφρυνση από τη μείωση του χρέους θα επιφέρει τη βελτίωση της αξιολόγησης του από τις αγορές.
Όσον αφορά το (α) θα πρέπει να επισημάνουμε ότι: 
I. Κανένας φορέας αποδοχής χρέους δεν διαγράφει χρέος εκτός και ένα είναι δεδομένη η πτώχευση του χρεώστη. Στην περίπτωση όπου χρεώστης είναι ένα κράτος αυτό δεν ισχύει αυτομάτως. 
II. Η διαγραφή χρέους σε μη πτωχευμένο χρεώστη είναι συνυφασμένη με τη δυνατότητα παραγωγής υπεραξιών από το εναπομείναν χρέος και συνήθως, από την επανεπένδυση στο χρεώστη (βλέπε την αύξηση του χρέους μετά τη διαγραφή του), ώστε να το επιτύχει. 
III. Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση του χρέους από τον δανειστή επιφέρει ευθύνες αυτών που αποφασίζουν έναντι των μετόχων ή της δικαιοσύνης αυτεπάγγελτα, καθώς συνιστά βλαπτική διαχείριση, και είναι δυνατή μόνο σε ειδικές περιπτώσεις με ιδιαίτερα πεπλεγμένες απαιτήσεις διεθνικών ή εθνικών προβλέψεων που να καλύπτουν τις όποιες ευθύνες των αποφασιζόντων έναντι των όποιων ζημιωθέντων  1
Όσον αφορά το (β), είναι σαφές ότι η δημοσιονομική ελάφρυνση από τη μείωση του χρέους κατατείνει στη θετικότερη αξιολόγηση του, αποκλειστικά και μόνο όταν τα ποσά που θα εξοικονομηθούν από τη μείωση, αποδειχθεί ότι μετατρέπονται σε ανάπτυξη χωρίς να διαρρέουν σε πελατειακές εξυπηρετήσεις και γραφειοκρατικές διαδρομές. 

Και οι δύο αυτές παρατηρήσεις αποκαλύπτουν τη σημασία της αξιολόγησης του χρέους ως βασικό και αναγκαίο στρατήγημα για τη διαχείριση του και εν τέλει και τη διεκδίκηση της όποιας ονομαστικής –και πάντως συναινετικής-απομείωσης του. 

Με άλλα λόγια είναι αδιέξοδο λάθος η προτεραιοποίηση της διεκδίκησης του «κουρέματος» του χρέους. 
Δ. Η διόρθωση της διόρθωσης 
Αντίθετα, προέχει καταλυτικά η βελτίωση της αξιολόγησες του ελληνικού χρέους και της αξίας των ελληνικών χρεογράφων, δηλαδή η μείωση των spreads και η έξοδος από τη κατηγορία των junk bonds. Δηλαδή, η βελτίωση της αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας και των προοπτικών της που εδράζεται στη δημοσιονομική προσαρμογή, την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών στο κράτος, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις αγορές, και στις μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώνουν την παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια της. 

Αυτό αποδεικνύεται εξάλλου από τις πρώτες μέρες της νέας κυβερνητικής συμμαχίας και των επαφών με τους διεθνείς παράγοντες και την εκ των πραγμάτων εγκατάλειψη της θέσης για «κούρεμα» του χρέους. Η ταχύτητα προσαρμογής της νέας οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην προτεραιοποίηση της βελτίωσης της αξίας των ελληνικών χρεογράφων και τη μείωση των spreads, θα αποτελέσει και το κριτήριο επιτυχίας. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται εξάλλου και οι «συμπεριφορές» των διεθνικών και ευρωπαϊκών μας εταίρων που αποδέχονται-προσφέρουν αναπτυξιακές ενέσεις, όπως η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων όσο και διεύρυνση των ορίων άμεσης και έμμεσης χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, αναμένοντας τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις της νέας κυβέρνησης. Αυτή και μόνο αυτή η επιτυχία της θετικότερης αξιολόγησης μπορεί να ανοίξει και τις διαύλους συζήτησης για όποιο συναινετικό «κούρεμα» χρέους στο μέλλον...

1
  Υπενθυμίζεται ότι το προηγούμενο κούρεμα του ελληνικού χρέους έγινε συναινετικά ενώ δεν ισχύει για όσους δεν το αποδέχθηκαν. 


*** Ο κ. Γιάννης Τσαμουργκέλης διδάσκει Διεθνή Οικονομικά στο Παν/μιο του Αιγαίου.
Έχει διατελέσει διευθύνων στέλεχος εταιρειών στο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Διδάκτωρ Παν/μιου της Οξφόρδης


Μην χάσετε για κανένα λόγο ... αξίζουν τον κόπο